μεταπλαστικός

μεταπλαστικός
η , ό[ν]
1) преобразующий; видоизменяющий; 2) преобразованный, видоизменённый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "μεταπλαστικός" в других словарях:

  • μεταπλαστικός — ή, ό (Α μεταπλαστικός, ή, όν) [μεταπλάθω] νεοελλ. αυτός που επιφέρει ή προκαλεί μετάπλαση ή αυτός που έχει σχηματιστεί με μεταπλασμό αρχ. (για τύπους) (στους ποιητές) ο μεταβεβλημένος. επίρρ... μεταπλαστικώς και ά (Α μεταπλαστικῶς) με μεταπλασμό …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»